Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΙΜΙΑ 1996: Πως μια διαγραφόμενη μεγάλη νίκη μετατράπηκε σε εθνική τραγωδία


Τις κρίσιμες πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου 1996, η Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν ελάχιστα πριν από τη σύγκρουση. Λάθος χειρισμός, παρεξήγηση ή, τέλος, μια βεβιασμένη απόφαση για βίαιη ενέργεια θα μπορούσαν να φέρουν την ανάφλεξη.       Διαβάσε περισσότερα
Ταυτόχρονα, δείχθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην ελληνική κοινωνία ότι η προσπάθεια να διατηρήσεις ένα κράτος ψευδαισθήσεων είναι απέλπιδη και ότι, όταν έρθει η στιγμή της αλήθειας, αυτό θα καταρρεύσει. Αυτή η στιγμή για όλο το ελληνικό πολιτικό σύστημα έφθασε με τη νύχτα των Ιμίων.
Τα τραγικά γεγονότα κατέδειξαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο την έλλειψη πολιτικής ηγεσίας. Για το ελληνικό στρατιωτικό κατεστημένο δε το πρόσωπο του πολέμου πήρε τη σύγχρονη μορφή του και «γέλασε» με τις προβλέψεις των στρατηγών. Δυστυχώς, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκείνη τη νύχτα υπέστησαν μια ήττα χωρίς να δοκιμαστούν ποτέ στη μάχη. Και αυτό κάνει την αξία της ήττας ακόμη μεγαλύτερη, τόσο για εμάς όσο και για τους εχθρούς μας.
Για τους ιστορικούς, τα γεγονότα παραμένουν αναλλοίωτα, όμως για τους ρομαντικούς και τους θεωρητικούς ανακυκλώνεται συνεχώς το ερώτημα: «Τι θα γινόταν εκείνο το βράδυ αν τα ελληνικά σκάφη άνοιγαν πυρ; »
Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 1996
Στις 04.50 π.μ. η φρεγάτα ΝΑΒΑΡΙΝΟ F461 αναφέρει ότι το ελικόπτερο AB- 212ASW ΠΝ21 εντόπισε άτομα πάνωστη δυτική Ίμια και ότι πρόκειται για 10 περίπου Τούρκους καταδρομείς. Αμέσως μετά την επιβεβαίωση της παρουσίας Τούρκων στη νησίδα, ο Α/ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης εισηγήθηκε τρεις λύσεις στην πολιτική ηγεσία της χώρας.
Η πρώτη λύση αφορούσε τον άμεσο ναυτικό βομβαρδισμό της νησίδας, η δεύτερη προέβλεπε την προσβολή της από αέρος με το πρώτο φως, και η τρίτη την ανάληψη επιχείρησης ανακατάληψης με καταδρομείς. Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης τού ζήτησε να εκκενωθεί το εθνικό έδαφος με τον προσφορότερο τρόπο... Οι ελληνικές δυνάμεις διατάσσονται να αποκαταστήσουν τη συνέχεια της εθνικής κυριαρχίας.
Στην επίμαχη περιοχή, το Πολεμικό Ναυτικό έχει αναπτύξει δύο μεγάλες μονάδες, τρία ταχέα περιπολικά κατευθυνόμενων βλημάτων (πυραυλάκατοι) και δύο κανονιοφόρους. Συγκεκριμένα, η φρεγάτα ΝΑΒΑΡΙΝΟ F461 βρισκόταν βορείως των Ιμίων. Το αντιτορπιλικό ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ D221 βρισκόταν νότια των νησίδων. Οι τρεις πυραυλάκατοι είχαν από νωρίς λάβει θέσεις βολής, αγκιστρωμένες ως εξής: ο ΣΤΑΡΑΚΗΣ P29 στην Κάλυμνο, ο ΜΥΚΟΝΙΟΣ P22 βόρεια της Κω στη νησίδα Ψέριμο και ο ΞΕΝΟΣ P27 στη νησίδα Καλόλιμνο, πολύ κοντά στο επίκεντρο της κρίσης. Σε συνεχή κίνηση γύρω από τις νησίδες βρίσκονταν οι κανονιοφόροι ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ P57 και ΠΥΡΠΟΛΗΤΗΣ P61.
Οι τρεις πυραυλάκατοι φέρουν 16 συνολικά κατευθυνόμενα βλήματα επιφανείας-επιφανείας. Αναλυτικά, η πυραυλάκατος ΜΥΚΟΝΙΟΣ τύπου Combattante III («Λάσκος»), φέρει 4 βλήματα ΜΜ38 Exocet, ενώ οι άλλες δύο πυραυλάκατοι τύπου Combattante IIIΒ («Καβαλούδης») φέρουν 6 βλήματα Penguin. Το αντιτορπιλικό ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ D221 τύπου Charles F. Adams φέρει 8 κατευθυνόμενα βλήματα Harpoon και 32 αντιαεροπορικά βλήματα Standard SM- 1MR (τα οποία σε βολές του Πολεμικού Ναυτικού είχαν αποδείξει την υψηλή αποτελεσματικότητά τους κατά στόχων επιφανείας), η δε φρεγάτα ΝΑΒΑΡΙΝΟ F461 τύπου Standard φέρει και αυτή 8 RGM-84 Harpoon.
Από τουρκικής πλευράς στην περιοχή βρίσκεται η φρεγάτα YAVUZ F240 τύπου ΜΕΚΟ-200 Track 1 και δύο φρεγάτες τύπου Knox, η TRAKYA F254 και η EGE F256. Έχουν αναπτυχθεί επίσης δύο πυραυλάκατοι τύπου Dogan, οι GOURBET P346 και FIRTINA P347, με μάλλον 4 βλήματα Harpoon η καθεμιά. Τα πλοία του συγκεκριμένου τύπου με εγνωσμένο πρόβλημα στους φορείς των Harpoon σπανίως φέρουν τα 8 προβλεπόμενα βλήματα και συνήθως φέρουν μόνο 2 από αυτά. Κάθε φρεγάτα Knox φέρει 8 Harpoon και τον ίδιο αριθμό φέρει και η YAVUZ.
H σύγκριση του αριθμού των βλημάτων είχε ως εξής:
– Ελλάδα, 64 βλήματα.
– Τουρκία, 32 ή 28 βλήματα.
Η ελληνική πλευρά έχει βάσιμα εκτιμήσει ότι μία τουλάχιστον πυραυλάκατος παραμένει ανεντόπιστη από το τουρκικό Ναυτικό και συνεπώς αυτή θα μπορούσε να αρχίσει πρώτη αιφνιδιαστικά τις πυραυλικές επιθέσεις.
Την έναρξη των πυρών της πρώτης πυραυλακάτου θα ακολουθήσουν μαζικά και τα υπόλοιπα τέσσερα σκάφη. Από πλευράς αντιπυραυλικών συστημάτων, η YAVUZ φέρει τρία συστήματα Sea Zenith, ούσα ένα από τα πληρέστερα προστατευμένα κατά επιθέσεων κατευθυνόμενων βλημάτων πλοία στον κόσμο. Αντίστοιχα, η ΝΑΒΑΡΙΝΟ όσο και οι δύο τουρκικές Knox φέρουν μόλις ένα αντιπυραυλικό σύστημα τύπου Phalanx.
Συνεπώς οι φρεγάτες Knox κατά πάσα πιθανότητα θα καταστρέφονταν σύντομα αφού το σύστημα αυτοπροστασίας τους θα είχε κορεστεί κατά τη διάρκεια μαζικής πυραυλικής προσβολής. Αντίθετα, η YAVUZ θα αντιμετώπιζε με επάρκεια τις πυραυλικές προσβολές, εκτός αν αυτές ελάμβαναν πλέον ρυθμό καταιγισμού.
 Στο κεντρικό Αιγαίο παίζεται ένα παρόμοιο παιχνίδι. Από ελληνικής πλευράς, είχαν ήδη αναπτυχθεί τρεις φρεγάτες και ένα αντιτορπιλικό ανατολικά της Τήνου, ενώ τέσσερις πυραυλάκατοι έχουν πάρει θέσεις βολής στην ευρύτερη περιοχή της νήσου Χίου. Οι
τελευταίες έχουν στοχοποιήσει το σύνολο του τουρκικού Στόλου που βρίσκεται σε κίνηση προς νότο. Συγκεκριμένα, δύο φρεγάτες, οι TURGUT REIS F241 τύπου MEKO-200 Track I και AKDENIZ F278 τύπου Knox και δύο αντιτορπιλικά συνοδείας, τα YUCETEPE D345 τύπου
FRAM και PIYALE PASA D350 τύπου FRAM, βρίσκονται στο ύψος της Ικαρίας, ενώ δύο τουλάχιστον πυραυλάκατοι κινούνται νότια, βρισκόμενες μεταξύ Λέσβου και μικρασιατικών ακτών. Συνεπώς, τοπικά και χρονικά οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις διαθέτουν υπεροχή
και είναι έτοιμες για την προσβολή του αντιπάλου. Οι πυραυλάκατοι δίνουν το κρίσιμο πλεονέκτημα, έτοιμες ήδη σε θέσεις βολής.
Από την αναφορά των ναυτικών δυνάμεων, είναι προφανές ότι οι ελληνικές δυνάμεις διαθέτουν πλεονέκτημα. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιθανό οι Τούρκοι να χάσουν επτά μονάδες στην περιοχή των Ιμίων έναντι δύο έως τριών ελληνικών, μία πολύ συντηρητική εκτίμηση σύμφωνα με προσομοίωση του Πολεμικού Ναυτικού. Η κατάσταση
θα εξελισσόταν πολύ χειρότερα γι’ αυτούς στο κεντρικό Αιγαίο. Οι απώλειες θα μπορούσαν να ανέλθουν σε έξι τουρκικές ναυτικές μονάδες έναντι δύο ελληνικών.
Η άγνωστη παράμετρος παραμένει η επέμβαση της τουρκικής Αεροπορίας.
Τη δεδομένη περίοδο δεν διαθέτει εξελιγμένα κατευθυνόμενα όπλα που είναι αποτελεσματικά κατά πλοίων από ασφαλή απόσταση. Συνεπώς, η όποια αποστολή για να εξισορροπήσει τις απώλειες του τουρκικού Ναυτικού θα επιχειρείτο μάλλον με το πρώτο φως (περί τις 06.30)
και θα αφορούσε προφανώς μαζικές προσβολές με κοινές βόμβες διαφόρων μεγεθών, στην καλύτερη περίπτωση εξοπλισμένες με συλλογές καθοδήγησης laser. Τις μαζικές αυτές τουρκικές επιθέσεις κατά των ελληνικών μονάδων θα επιχειρούσε να τις «ακυρώσει»
η Πολεμική Αεροπορία. Η προσπάθειά της όμως μάλλον θα γινόταν από μειονεκτική θέση για δύο λόγους. Η χρήση του προηγμένου βλήματος αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM, που αξιοποιούσε η αντίπαλη Αεροπορία, θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο υπέρ των γειτόνων μας, αφού
εκείνη την περίοδο μόνο η τουρκική Αεροπορία τους διαθέτει. Αυτό ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι η τουρκική Αεροπορία (THK) θα είχε προλάβει να εκπαιδεύσει τα πληρώματα των F-16 στη χρήση τους. Επιπροσθέτως, η διαμόρφωση του τουρκικού μαχητικού, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν ήταν ιδιαίτερα «φιλική» προς το χρήστη, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται περαιτέρω η εκπαίδευση. Ωστόσο, η σύγκριση των αριθμών των αεροσκαφών 3ης γενιάς ήταν συντριπτική υπέρ των γειτόνων.
Όμως, το δεύτερο πλεονέκτημα απαιτούσε διάρκεια χρόνου για να αναδειχθεί. Βάσιμη είναι η εκτίμηση ότι απαιτούνταν περίπου 24 ώρες προκειμένου η Πολεμική Αεροπορία να αρχίσει να
«στεγνώνει» από αεροσκάφη τρίτης γενιάς εξαιτίας των αυξημένων απωλειών και της σταδιακά μειούμενης διαθεσιμότητας λόγω κόπωσης πληρωμάτων και εμφάνισης βλαβών στα αεροσκάφη.
Επίσης, θα πρέπει να συνυπολογισθεί η ετοιμότητα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας να προβεί σε επιθετική ενέργεια εναντίον τουρκικών στόχων πριν το ξημέρωμα, σε περίπτωση που η κατάσταση κλιμακωνόταν σε στρατιωτική σύγκρουση. Η ετοιμότητα σε αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν σημαντικά καλύτερη από την αντίστοιχη της τουρκικής, ένας παράγοντας που αναπόφευκτα επιτείνει τη σύγχυση σχετικά με το ποια πλευρά θα επικρατούσε σε περίπτωση σύγκρουσης.
Κρίσιμη παράμετρος για τις αεροπορικές απώλειες θα αποτελούσε η παρέμβαση του ξένου παράγοντα. Αν οι ΗΠΑ δρούσαν αποτελεσματικά και περιόριζαν τη σύγκρουση σε λίγες ώρες, τότε η τουρκική Αεροπορία ίσως ολοκλήρωνε τις επιχειρήσεις της με πλεονέκτημα καταρρίψεων, υπό την προϋπόθεση ότι το προληπτικό πλήγμα της Πολεμικής Αεροπορίας θα είχε περιορισμένα αποτελέσματα. Στην όλη «εξίσωση» θα πρέπει να
προστεθεί και ο παράγοντας «ηθικό», ο οποίος πιθανόν να έδινε ένα πλεονέκτημα στην ελληνική πλευρά. Η εικόνα που έχουμε διαμορφώσει μετά από συνομιλίες με πολλούς αξιωματικούς, οι οποίοι βρίσκονταν είτε στη διοίκηση επιχειρησιακών μονάδων είτε με ιπταμένους που βρισκόντουσαν στο πιλοτήριο αναμένοντας σήμα για απογείωση, είναι
ότι το ηθικό της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν υψηλότατο και η πεποίθηση καταστροφής του εχθρού κοινή. Εξ ου και η απογοήτευση που επικράτησε μετά το πέρας της κρίσης... Ο αμυνόμενος που αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση του εδάφους της χώρας του διαθέτει ισχύ
και είναι καλά εκπαιδευμένος, συνήθως πλεονεκτεί σε επίπεδο ψυχολογίας του
επιτιθέμενου αντιπάλου.
Άγνωστη παράμετρος είναι επίσης η αποτελεσματικότητα του αντιαεροπορικού συστήματος μέσου βεληνεκούς των Ελληνικών αντιτορπιλικών C.F. Adams Θεωρητικά, τα βλήματα Standard των αντιτορπιλικών μπορούσαν να εμπλέξουν εχθρικό αεροσκάφος από την απόσταση των 30-40 χιλιομέτρων. Συνεπώς, η συνεχής και αξιόπιστη λειτουργία του συστήματος θα αύξανε τις απώλειες τουρκικών αεροσκαφών, εφόσον η τουρκική Πολεμική Αεροπορία επέμενε στις προσβολές τους κατά πλοίων.
Χερσαίες επιχειρήσεις με τόσο περιορισμένα χρονικά περιθώρια δεν θα μπορούσαν να διεξαχθούν. Απλά, μόνο κινήσεις μονάδων προς τη μεθόριο, πολεμικές προετοιμασίες και επιστράτευση τοπικών εφεδρειών. Το μέγιστο που θα μπορούσε να συμβεί από πλευράς χερσαίων δυνάμεων θα ήταν το εκατέρωθεν μπαράζ πυροβολικού κατά στόχων επιχειρησιακού ενδιαφέροντος.
Κάνοντας μια συνολική αποτίμηση του υποθετικού σεναρίου, δεν μπορεί να μη διαπιστώσει κάποιος ότι, αν και η χώρα μας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 κατέβαλε υψηλά ποσά προμηθευόμενη 40 αεροσκάφη F-16 Block50, 5 ελικόπτερα ναυτικής συνεργασίας S-70B6 Aegean Hawk και 20 επιθετικά ελικόπτερα AH-64A Apache, αυτά τα μέσα δεν ήταν κατά βάση επιχειρησιακά διαθέσιμα όταν τα χρειάστη-
κε. Τα 5Aegean Hawk εξοπλισμένα με πυραύλους Penguin θα μπορούσαν και θα έπρεπε να έχουν συντριπτική επίδραση στις πιθανές ναυτικές επιχειρήσεις. Αποτελούν ουσιαστικά πολλαπλασιαστές ισχύος που η χώρα αποστερήθηκε. Αιτίες μη συμμετοχής τους στην υποθετική σύρραξη αποτελούν η διάθεση της φρεγάτας ΥΔΡΑ F452 στις ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις στην Αδριατική, το προβληματικό καθεστώς ιδιοκτησίας των ναυπηγείων Σκαραμαγκά και η εργασιακή αναταραχή σ’ αυτά.
Τα δύο τελευταία «έσπρωξαν» σημαντικά προς τα πίσω το χρονοδιάγραμμα παραδόσεων των φρεγατών ΜΕΚΟ200HN που μπορούσαν να φέρουν τα ελικόπτερα Aegean Hawk ως οργανικά τους μέσα. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με τα F-16 Block50. Η κυβερνητική απραξία κατά τα έτη 1989-1990 είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει η παραγγελία των απολύτως επιχειρησιακά αναγκαίων πρόσθετων αεροσκαφών F-16. Έτσι, δεν καλύφθηκε έγκαιρα το μεγάλο επιχειρησιακό κενό στους αριθμούς των διαθέσιμων αεροσκαφών τρίτης γενιάς,
όταν η τουρκική Αεροπορία, σωστά κινούμενη, ολοκλήρωνε το πρόγραμμα των 160 πρώτων αεροσκαφών F-16 και δρομολογούσε ένα δεύτερο για 80 επιπλέον αεροσκάφη.
Μια πιθανή σύρραξη εκείνο το βράδυ δεν θα είχε αποτέλεσμα μόνο σε επιχειρησιακό και στρατηγικό επίπεδο. Θα είχε σίγουρα και σε πολιτικό επίπεδο.
Οι μεγάλες απώλειες, ιδίως ναυτικών μονάδων, από πλευράς Τουρκίας θα δημιουργούσαν φαινόμενα ντόμινο σε επίπεδο πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Το «βαθύ κράτος», που βασίζεται περισσότερο στον εντυπωσιασμό και στον επηρεασμό των αντιπάλων του από το φόβο του πολέμου και όχι με τη χρήση των Ενόπλων Δυνάμεών του αυτών καθαυτών (χρησιμοποιεί το δόγμα «Win by fright not by fight»), θα τρωνόταν σημαντικά και θα προσπαθούσε στη συνέχεια να διαχειριστεί τις περαιτέρω εσωτερικές συνέπειες.
Όλες οι εθνότητες που κατοικούν στην Τουρκία και που τους ενώνει η σκληρή πολιτική του κεμαλικού κατεστημένου θα καταλάβαιναν ότι η ανίκητη δύναμη αυτή δεν αποτελεί
το φόβητρο της Μεσογείου.
Ταυτόχρονα, όλοι οι γείτονες της χώρας μας θα έπαιρναν με τον καλύτερο τρόπο το μάθημα ότι η χώρα δεν είναι διατεθειμένη να κάνει υποχωρήσεις σε βασικά ζητήματα της εξωτερικής της πολιτικής και στα εθνικά της θέματα και είναι αποφασισμένη να τα υπερασπίσει
ακόμα και με πόλεμο.
Πιθανότατα, θα ήταν άλλη και η συμπεριφορά των βορείων γειτόνων μας (Αλβανία, Σκόπια και Βουλγαρία) σε σχέση με τα εθνικά ζητήματα που χρονίζουν παραμένοντας άλυτα, το Βορειοηπειρωτικό και το Μακεδονικό...
Τη μεγαλύτερη όμως και ουσιαστικότερη εντύπωση θα αποτύπωνε η Ελλάδα στη σκέψη των διαμορφωτών της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής της υπερδύναμης.
Η προθυμία σύγκρουσης για την υπεράσπιση όσων η χώρα θεωρεί «εθνικά δίκαια» θα έδινε την εικόνα σοβαρής χώρας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την πεποίθηση ότι θα πρέπει εις
το εξής να υπολογίζουν με διαφορετικό τρόπο τον ελληνικό παράγοντα, καθώς θα έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να ανοίξει «τις πόρτες του φρενοκομείου», κάτι που θα διακυβεύσει τα αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή.
Η Ελλάδα θα είχε την ευκαιρία να αναδειχθεί σταδιακά σε ηγετική δύναμη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο,έχοντας υποβαθμίσει αρκετά το γόητρο της Τουρκίας, κάτι που θα επαναπροσδιόριζε την ευαίσθητη γεωστρατηγική ισορροπία στην περιοχή.
Θα διεκδικούσε εν ολίγοις τη μεγαλύτερη προσοχή της υπερδύναμης, με ευεργετικές επιπτώσεις στην προβολή των εθνικών της θεμάτων.
Ποιες θα ήταν οι παράμετροι που θα καθόριζαν το πολιτικό σκηνικό της δυναμικής επίλυσης της κρίσης; Η ανάλυση του συγκεκριμένου ερωτήματος βασίζεται εν μέρει στην παραδοχή ότι η άμεση διακοπή των εχθροπραξιών θα αποτελούσε το λογικό συμφέρον, τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τους δύο αυτούς πυλώνες ισχύος του διεθνούς συστήματος, κυρίως τον πρώτο, θεωρούμε ως τους πραγματικούς ρυθμιστικούς παράγοντες της σύγκρουσης.
Η εμπλοκή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) θα μπορούσε να θεωρηθεί νομοτελειακά βέβαιη, ωστόσο η πραγματική παρεμβατική δυνατότητα θα προέκυπτε από τη βούληση κυρίως των ΗΠΑ και δευτερευόντως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς όμως να θεωρείται δεδομένη.

του Δημήτρη Αδαμόπουλου από το περιοδικό  ΠΟΛΕΜΟΣ & ΙΣΤΟΡΙΑ, Φεβρουάριος 2011






   

Συνολικές προβολές σελίδας

Αναγνώστες

Δημοφιλείς αναρτήσεις

  © Blogger templates The Professional Template by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP